Η κατάρρευση της Silicon Valley Bank είναι εν μέρει επανάληψη μιας γνωστής ιστορίας, καταδεικνύοντας για μια ακόμα φορά πως η οικονομική πολιτική και οι χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις είναι ανεπαρκείς, γράφει σε άρθρο του στο Project Syndicate o Τζόζεφ Στίγκλιτς.
Η είδηση της δεύτερης μεγαλύτερης κατάρρευσης τράπεζας στην αμερικανική ιστορία ήρθε λίγες μόλις ημέρες μετά τις διαβεβαιώσεις που έδινε ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, για την σταθερότητα των αμερικανικών τραπεζών, αν και ο χρόνος δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη: δεδομένων των μεγάλων και ταχύτατων αυξήσεων επιτοκίων, ήταν αναμενόμενο πως οι δραματικές κινήσεις στις τιμές των χρηματοοικονομικών assets θα προκαλούσαν τραύμα κάπου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο Στίγκλιτς υπενθυμίζει επίσης πως ο Πάουελ είπε πως θα υπάρξει πόνος από την συνεχιζόμενη αύξηση επιτοκίων της Fed –αλλά όχι για τον ίδιο και τους πολλούς φίλους του στο ιδιωτικό κεφάλαιο, που φέρεται να σχεδίαζαν να αγοράσουν μαζικά ανασφάλιστες καταθέσεις της SVB στα 50-60 σεντς το δολάριο, προτού η κυβέρνηση ξεκαθαρίσει πως οι καταθέτες αυτοί θα είναι προστατευμένοι. Τις μεγαλύτερες πιέσεις θα δέχονταν τα μέλη περιθωριοποιημένων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, όπου θα αυξάνονταν η ανεργία, με τον Πάουελ να χαρακτηρίζει ψευδώς ως απαραίτητη αυτή την αύξηση προκειμένου να μειωθεί ο πληθωρισμός, χωρίς όμως να ζητά βοήθεια ή να αναφέρεται στο μακροπρόθεσμο κόστος.
«Τώρα, ως αποτέλεσμα της ανάλγητης και παντελώς αχρείαστης προάσπισης του πόνου από τον Πάουελ, έχουμε μια νέα ομάδα θυμάτων και ο πιο δυναμικός κλάδος και η πιο δυναμική περιοχή της Αμερικής θα μπουν στον ‘πάγο’. Οι επιχειρηματίες start-up της Silicon Valey, που είναι συχνά νέοι, νόμιζαν πως η κυβέρνηση κάνει τη δουλειά της και έτσι επικεντρώθηκαν στην καινοτομία, όχι στο να ελέγχουν καθημερινά τον ισολογισμό της τράπεζάς τους», υπογραμμίζει ο Στίγκλιτς.
Όπως εξηγεί, ενώ οι νέες τεχνολογίες δεν έχουν αλλάξει τα θεμελιώδη της τραπεζικής, ωστόσο έχουν αυξήσει τον κίνδυνο μαζικής φυγής καταθέσεων, αφού είναι πολύ πιο εύκολη η απόσυρση κεφαλαίων, ενώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεγεθύνουν τις φήμες που μπορεί να προκαλέσουν ένα κύμα ταυτόχρονων αποσύρσεων. Η κατάρρευση της SVB φέρεται να μην οφείλεται στο είδος των κακών πρακτικών δανεισμού που οδήγησαν στην κρίση του 2008, αλλά στο γεγονός πως αγόρασε μακροπρόθεσμα ομόλογα και εκτέθηκε σε κινδύνους όταν άλλαξαν δραματικά οι καμπύλες των αποδόσεων.
Οι νέες τεχνολογίες καθιστούν επίσης παράλογο το παλιό όριο των 250.000 δολαρίων για την ομοσπονδιακή ασφάλιση καταθέσεων και είναι παράλογο να επιβραβεύονται εταιρείες που εμπλέκονται σε εξισορροπητική κερδοσκοπία σκορπώντας κεφάλαια σε έναν μεγάλο τραπεζών, σε βάρος όσων εμπιστεύθηκαν τις ρυθμιστικές αρχές να κάνουν τη δουλειά τους, τονίζει ο Στίγκλιτς.
Όπως και στην κρίση του 2008, οι μέτοχοι και ομολογιούχοι που ωφελήθηκαν από τη ριψοκίνδυνη συμπεριφορά μιας εταιρείας θα πρέπει να υποστούν τις συνέπειες, όμως στην περίπτωση της SVB οι καταθέτες –εταιρείες και νοικοκυριά που θεώρησαν πως οι ρυθμιστικές αρχές κάνουν τη δουλειά τους- θα πρέπει να αποζημιωθούν, είτε βρίσκονται υψηλότερα, είτε χαμηλότερα από το «ασφαλισμένο» ποσό των 250.000 δολαρίων.
Το αντίθετο θα προκαλούσε μακροπρόθεσμη ζημιά σε έναν από τους πιο δυναμικούς οικονομικούς κλάδους, που έχει να κάνει με την τεχνολογία και την καινοτομία, ενώ θα έστελνε ένα επικίνδυνο μήνυμα, πως ο μόνος τρόπος για να διασφαλίσει κανείς πως τα χρήματά του είναι προστατευμένα, είναι να τα βάλει σε συστημικά σημαντικές και «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν» τράπεζες –κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση της αγοράς και λιγότερη καινοτομία.
Το κράτος τελικά παρενέβη και διασφάλισε πως θα αποζημιωθούν όλοι οι καταθέτες, αποτρέποντας το ενδεχόμενο μαζικής φυγής καταθέσεων που θα είχε διαταράξει την οικονομία, ενώ ταυτόχρονα έγινε σαφές πως κάτι πάει στραβά με το σύστημα.
Ορισμένοι, σημειώνει ο Στίγκλιτς, θα πουν πως η διάσωση των καταθετών της SVB θα οδηγήσει σε «ηθικό κίνδυνο», αλλά αυτό είναι ανοησία. Οι μέτοχοι και ομολογιούχοι των τραπεζών εξακολουθούν να κινδυνεύουν αν δεν επιβλέψουν σωστά τους managers, όμως οι κοινοί καταθέτες δεν έχουν δουλειά να διαχειρίζονται τους τραπεζικούς κινδύνους, αφού υποτίθεται πως δουλειά του ρυθμιστικού συστήματος είναι να διασφαλίζει πως οι τράπεζες έχουν ό,τι χρειάζεται ώστε να δώσουν πίσω όσα τους δόθηκαν.
Η SVB δεν αντιπροσωπεύει απλώς την κατάρρευση μιας μεμονωμένης τράπεζας, αλλά τις βαθιές αποτυχίες στη συμπεριφορά τόσο της ρυθμιστικής όσο και της νομισματικής πολιτικής, τονίζει ο Στίγκλιτς, καταλήγοντας πως χρειάζονται αυστηρότερες ρυθμίσεις για να διασφαλιστεί πως όλες οι τράπεζες είναι ασφαλείς και πως όλοι οι τραπεζικοί καταθέτες θα είναι ασφαλισμένοι, ενώ το κόστος θα πρέπει να το επωμιστούν αυτοί που επωφελούνται περισσότερο, δηλαδή οι πλούσιοι, οι μεγάλες εταιρείες και αυτοί που βασίζονται περισσότερο στο τραπεζικό σύστημα, με βάση τις καταθέσεις, τις συναλλαγές και άλλες σχετικές μετρικές.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Κομισιόν: Πράσινο φως στην Ελλάδα για 300 εκατ. ευρώ ενίσχυση της παραγωγής βιώσιμων βιοκαυσίμων
- Τραμπ για αντίποινα δασμών Κίνας: «Έπαιξαν λάθος, πανικοβλήθηκαν»
- Ζυθοποιοί της ΕΕ: Θα χαθούν 100.000 θέσεις εργασίας από το δασμό 25% του Τραμπ στην μπύρα
- Wall Street: Βουλιάζει μετά τα αντίποινα της Κίνας στους δασμούς Τραμπ
- Politico: Βρετανία και χώρες της Β. Ευρώπης σε «μυστικό δείπνο» για ξεχωριστό fund εξοπλισμών
- Βουλή: Πάλι 11 βουλευτές της ΝΔ καταθέτουν ερώτηση για τους ανέργους άνω των 55 ετών
- Δίκη Folli Follie: Αθώοι Χαρ. Γκότσης και Τζ. Κουτσολιούτσος για την καθυστέρηση στην αναστολή της μετοχής
- Από τη Nike στην Apple: Ποιες αμερικανικές μάρκες θα πληγούν περισσότερο από τους δασμούς Τραμπ
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις